crumb
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| crumb | crumbs |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]crumb (en)
- το ψίχουλο
Pick the crumbs up off the table.
- Μάζεψε τα ψίχουλα από το τραπέζι.
Be careful, don’t drop crumbs on the floor.
- Πρόσεχε· μη ρίχνεις ψίχουλα κάτω.
- τα ψίχουλα, τα ψιχία, το λιγουλάκι από κάτι
I’m asking you for a few crumbs of love.
- Λίγα ψίχουλα αγάπης σού γυρεύω.
He is rewarded with crumbs.
- Αμείβεται με ψιχία.