déménageur
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| déménageur | déménageurs |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]déménageur (fr) αρσενικό
- ο μετακομιστής, που έχει ως επάγγελμα τις μετακομίσεις
| ενικός | πληθυντικός |
| déménageur | déménageurs |
déménageur (fr) αρσενικό