démaigrir

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

démaigrir (fr)

  1. (μεταβατικό) και (αμετάβατο) λεπταίνω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: maigre