λεπταίνω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- λεπταίνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λεπτ(ύνω) (< λεπτ(ός) + -ύνω) με μεταπλασμό σε -αίνω. Συγκρίνετε με τη νεοελληνική χρήση τού λεπτύνω.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /leˈpte.no/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : λε‐πταί‐νω
Ρήμα
[επεξεργασία]λεπταίνω, πρτ.: λέπταινα, αόρ.: λέπτυνα (χωρίς παθητική φωνή)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη λεπτός
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | λεπταίνω | λέπταινα | θα λεπταίνω | να λεπταίνω | λεπταίνοντας | |
| β' ενικ. | λεπταίνεις | λέπταινες | θα λεπταίνεις | να λεπταίνεις | λέπταινε | |
| γ' ενικ. | λεπταίνει | λέπταινε | θα λεπταίνει | να λεπταίνει | ||
| α' πληθ. | λεπταίνουμε | λεπταίναμε | θα λεπταίνουμε | να λεπταίνουμε | ||
| β' πληθ. | λεπταίνετε | λεπταίνατε | θα λεπταίνετε | να λεπταίνετε | λεπταίνετε | |
| γ' πληθ. | λεπταίνουν(ε) | λέπταιναν λεπταίναν(ε) |
θα λεπταίνουν(ε) | να λεπταίνουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | λέπτυνα | θα λεπτύνω | να λεπτύνω | λεπτύνει | ||
| β' ενικ. | λέπτυνες | θα λεπτύνεις | να λεπτύνεις | λέπτυνε | ||
| γ' ενικ. | λέπτυνε | θα λεπτύνει | να λεπτύνει | |||
| α' πληθ. | λεπτύναμε | θα λεπτύνουμε | να λεπτύνουμε | |||
| β' πληθ. | λεπτύνατε | θα λεπτύνετε | να λεπτύνετε | λεπτύνετε | ||
| γ' πληθ. | λέπτυναν λεπτύναν(ε) |
θα λεπτύνουν(ε) | να λεπτύνουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω λεπτύνει | είχα λεπτύνει | θα έχω λεπτύνει | να έχω λεπτύνει | ||
| β' ενικ. | έχεις λεπτύνει | είχες λεπτύνει | θα έχεις λεπτύνει | να έχεις λεπτύνει | ||
| γ' ενικ. | έχει λεπτύνει | είχε λεπτύνει | θα έχει λεπτύνει | να έχει λεπτύνει | ||
| α' πληθ. | έχουμε λεπτύνει | είχαμε λεπτύνει | θα έχουμε λεπτύνει | να έχουμε λεπτύνει | ||
| β' πληθ. | έχετε λεπτύνει | είχατε λεπτύνει | θα έχετε λεπτύνει | να έχετε λεπτύνει | ||
| γ' πληθ. | έχουν λεπτύνει | είχαν λεπτύνει | θα έχουν λεπτύνει | να έχουν λεπτύνει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- λεπταίνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- λεπταίνω - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- λεπταίνω (& λεπτύνω) - Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρήματα χωρίς παθητική φωνή (νέα ελληνικά)
- Ρήματα χωρίς μετοχή παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)