Μετάβαση στο περιεχόμενο

λεπταίνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λεπταίνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λεπτ(ύνω) (< λεπτ(ός) + -ύνω) με μεταπλασμό σε -αίνω. Συγκρίνετε με τη νεοελληνική χρήση τού λεπτύνω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /leˈpte.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λεπταίνω

λεπταίνω, πρτ.: λέπταινα, αόρ.: λέπτυνα (χωρίς παθητική φωνή)

  1. κάνω (κάτι) πιο λεπτό
     αντώνυμα:  χοντραίνω
  2. γίνομαι λεπτότερος
     αντώνυμα:  παχαίνω, χοντραίνω

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]