Μετάβαση στο περιεχόμενο

démaigrissement

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
démaigrissement démaigrissements

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

démaigrissement (fr) αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη maigre