Μετάβαση στο περιεχόμενο

démarrer

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
démarrer < dé- + amarrer

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

démarrer (fr) (démarrer - κλίση στο γαλλικό Βικιλεξικό fr.wiktionary.org)

Συγγενικά

[επεξεργασία]