εκκινώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἐκκινῶ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εκκινώ < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική ἐκκινῶ, συνηρημένος τύπος του ἐκκινέω] < ἐκ + κινέω / κινῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱey-

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /e.ciˈno/
τυπογραφικός συλλαβισμός: εκ‐κι‐νώ
τονικό παρώνυμο: εκείνο

Ρήμα[επεξεργασία]

εκκινώ, πρτ.: εκκινοούσα, αόρ.: εκκίνησα (χωρίς παθητική φωνή)

  1. (λόγιο, κυριολεκτικά) άλλη μορφή του ξεκινώ
     συνώνυμα: αναχωρώ
     αντώνυμα: σταματώ
  2. (λόγιο, μεταφορικά) βασίζομαι σε μια λογική παραδοχή και αναπτύσσω τη σκέψη μου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

  • Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Α΄ έκδοση: 1998)