boot

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

λείπει η προφορά (ΗΠΑ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

boot (en)

  1. η μπότα
  2. (ΗΒ) πορτμπαγκάζ, χώρος αποθήκευσης και μεταφοράς σε ένα ΙΧ αυτοκίνητο
    συνώνυμα: trunk (ΗΠΑ)
  3. (πληροφορική) η εκκίνηση ηλεκτρονικού υπολογιστή (ή παρόμοιας ηλεκτρονικής συσκευής)
    συνώνυμα: cold boot
    αντώνυμα: reboot, warm boot, hot boot, στα Microsoft Windows και Linux: restart
    Δείτε επίσης: booting στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • boot στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια
  • booting, φωτογραφίες στα Wikimedia Commons