boot

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

boot (en)

  1. η μπότα
  2. (ΗΒ) πορτμπαγκάζ, χώρος αποθήκευσης και μεταφοράς σε ένα ΙΧ αυτοκίνητο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: trunk (ΗΠΑ)