Μετάβαση στο περιεχόμενο

démographie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
démographie démographies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

démographie (fr) θηλυκό