deign

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

deign (en)

  1. καταδέχομαι να κάνω κάτι ή να προσφέρω/δώσω κάτι