deterrence

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

deterrence (en)

  1. η αποτροπή
    nuclear deterrence - πυρηνική αποτροπή
  2. αποτρεπτικότητα