Μετάβαση στο περιεχόμενο

deviant

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

deviant (en)

  • αποκλίνων (σε σχέση με αυτό που θεωρείται κοινωνικά αποδεκτό)