αποκλίνων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποκλίνων < από το αρχαίο ρήμα ἀποκλίνω < πρόθημα απο- + ρήμα κλίνω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αποκλίνων αρσενικό, αποκλίνουσα θηλυκό, αποκλίνον ουδέτερο

  • που αποκλίνει
  • που έχει πλάγια κλίση
  • που δεν ακολουθεί τις κυρίαρχες τάσεις, που εμφανίζει ιδιαιτερότητες
  • ο διαφορετικός
  • (ψυχολογία) αποκλίνουσα σκέψη / νόηση: μόρφη σκέψης που βασίζεται στο να σκέφτεται κάποιος πολλές πρωτότυπες και ασυνήθιστες λύσεις για την επίλυση ενός προβλήματος
  • (φυσική) αποκλίνοντες φακοί: φακοί που προκαλούν εκτροπή των παράλληλων ακτίνων


Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]