senseless

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

senseless (en)

  1. αναίσθητος (χωρίς τις αισθήσεις του)
  2. χωρίς νόημα, ανόητος
  3. που γίνεται χωρίς σκέψη, ανόητος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]