mad

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός mad
συγκριτικός madder
υπερθετικός maddest

mad (en)

  1. (ειδικά βρετανικά αγγλικά, ανεπίσημο) τρελός, τρελαίνομαι, παράλογος, ανόητος, ασύνετος
    Are you mad? You’re going around naked in the cold!
    Τρελός είσαι και γυρίζεις γυμνός μέσα στο κρύο;
    He came up with a mad idea.
    Του ήρθε μια τρελή ιδέα.
    Are you mad? Where are you going in this cold?!
    Τρελάθηκες; Πού θα πας με τέτοιο κρύο!
     συνώνυμα: crazy
  2. (ειδικά βρετανικά αγγλικά, συχνά υβριστικό) τρελός, που έχει μια ψυχική ασθένεια που κάνει κάποιον να μην μπορεί να σκεφτεί ή να συμπεριφερθεί κανονικά
    He is mad and they don’t hold him responsible.
    Είναι τρελός και δεν του καταλογίζουν ευθύνες.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη insane
  3. (ειδικά αμερικανικά αγγλικά, ανεπίσημο, όχι πριν από το ουσιαστικό) θυμωμένος, θυμώνω
    I got very mad when I heard it.
    Θύμωσα φοβερά όταν τ' άκουσα.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη angry
  4. (ειδικά βρετανικά αγγλικά, ανεπίσημο, όχι συνήθως πριν από το ουσιαστικό) τρελαίνω, τρελαίνομαι, μου αρέσει πολύ
    She drove him mad with her beauty.
    Τον τρέλανε με την ομορφιά της.
    I am mad for the theater/for sweets.
    Τρελαίνομαι για το θέατρο/για τα γλυκά.
     συνώνυμα: crazy
  5. τρελός, τρελαίνω, που γίνεται χωρίς σκέψη ή έλεγχο
    mad with fear/with joy/with love - τρελός από φόβο/από χαρά/από αγάπη
    You’re driving me mad, what is this you’re telling me?
    Θα με τρελάνεις, τι είναι αυτά που μου λες!
     συνώνυμα: crazy
  6. λυσσασμένος, για σκύλο που έχει λύσσα
    We were attacked by a mad dog.
    Μας επιτέθηκε ένα λυσσασμένο σκυλί.
     συνώνυμα: rabid
  7. (αμερικανικά αγγλικά, ανεπίσημο) τρελός, για να δηλώσω μεγαλείο
    a mad party - τρελό γλέντι
    mad love - τρελός έρωτας
    the mad pursuit of success - το τρελό κυνήγημα της επιτυχίας
     συνώνυμα: crazy
  8. (αμερικανικά αγγλικά, αργκό) τρελός, πολύς
    He made mad money with that trade.
    Με το εμπόριο έκανε τρελά λεφτά.
    There were mad girls at the party, bro.
    Είχαν πολλά κορίτσια στο πάρτι, ρε.

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

mad (en) (χωρίς παραθετικά)



Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

mad (da)