mad

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

mad (en)

  1. τρελός
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: insane
  2. (ΗΠΑ) θυμωμένος, ενοχλημένος
  3. τρελός, παράλογος, ανόητος, ασύνετος
  4. τρελός, ενθουσιασμένος
    Aren't you just mad for that red dress?
  5. λυσσασμένος, που έχει λύσσα
    a mad dog
  6. (αργκό, κυρίως στις ΒΑ ΗΠΑ) πολύς (πρβλ το ελληνικό τρελά λεφτά)
    There's always mad girls at those parties

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Δανικά (da) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

mad 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mad (da)