mad

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

mad (en)

  1. τρελός
     συνώνυμα: insane
  2. (ΗΠΑ) θυμωμένος, ενοχλημένος
  3. τρελός, παράλογος, ανόητος, ασύνετος
  4. τρελός, ενθουσιασμένος
    Aren't you just mad for that red dress?
  5. λυσσασμένος, που έχει λύσσα
    a mad dog
  6. (αργκό, κυρίως στις ΒΑ ΗΠΑ) πολύς (πρβλ το ελληνικό τρελά λεφτά)
    There's always mad girls at those parties

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Δανικά (da)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

mad (da)