Μετάβαση στο περιεχόμενο

directrice

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
directrice directrices

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

directrice (fr) θηλυκό

  1. η διευθύντρια
  2. (γεωμετρία) διευθετούσα