Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]


discontinue (en)

  1. σταματώ την παραγωγή ενός προϊόντος
    Ford giving new thought to its plan to discontinue an S.U.V. (Ν.Υ Τimes, 28/10/2003)
  2. καταργώ ή διακόπτω έναν κλάδο επιχειρηματικής δραστηριότητας, μια διοργάνωση, μια θεραπεία κλπ
    Indiana State ... will discontinue intercollegiate competition in seven sports (Ν.Υ Τimes, 15/12/1981)
    World Airways to discontinue money-losing flights (Ν.Υ Τimes, 1/8/1996)

Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

discontinue (fr)