dispensable

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
dispensable dispensables

dispensable (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  • (νομική) cas dispensable: (περίπτωση) χάρη στην οποία μπορεί κάποιος να πάρει απαλλαγή από κάτι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]