disso

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

disso < de + isso

Συγχώνευση[επεξεργασία]

disso (pt) αρσενικό