disso

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

disso < de + isso

Open book 01.svg Συγχώνευση[επεξεργασία]

disso (pt) αρσενικό

  1. από αυτόν / αυτή / αυτό