isso

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Lang-pt.gif Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Αντωνυμία[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
isso issos

isso (pt) αρσενικό

  1. αυτός