isso

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Αντωνυμία[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
isso issos

isso (pt) αρσενικό

  1. αυτός