Μετάβαση στο περιεχόμενο

distract

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας distract
γ΄ ενικό ενεστώτα distracts
αόριστος distracted
παθητική μετοχή distracted
ενεργητική μετοχή distracting

distract (en)

  • αποσπώ, περισπώ την προσοχή, αφαιρούμαι
    παράδειγμα  They are trying to divert people's attention to secondary problems and distract them from the burning issues.
    Προσπαθούν να στρέψουν την προσοχή του κόσμου σε δευτερεύοντα προβλήματα και να την αποσπάσουν από τα φλέγοντα ζητήματα.
    παράδειγμα  There is an effort to reduce accidents resulting from distracted driving.
    Υπάρχει προσπάθεια μείωσης των ατυχημάτων που προκύπτουν από αποσπασμένη οδήγηση.
    παράδειγμα  Very loud music distracts me when I’m trying to concentrate.
    Η πολύ δυνατή μουσική μου αποσπά την προσοχή όταν προσπαθώ να συγκεντρωθώ.
    παράδειγμα  He is easily distracted.
    Περισπάται εύκολα η προσοχή του.
    παράδειγμα  I was distracted and didn’t hear what you told me.
    Αφαιρέθηκα και δεν άκουσα τι μου είπες.
    παράδειγμα  I got distracted during class and didn't pay attention to the solution to the exercise.
    Αφαιρέθηκα την ώρα του μαθήματος και δεν πρόσεξα τη λύση της άσκησης.
    παράδειγμα  I was completely distracted by the solution and didn’t realize the bell rang for break.
    Αφαιρέθηκα τελείως με τη λύση της άσκησης και δεν κατάλαβα ότι χτύπησε το κουδούνι για διάλειμμα.
    παράδειγμα  The distracted driver ran a red (light).
    Ο αφηρημένος οδηγός πέρασε με κόκκινο.
     συνώνυμα:  divert και sidetrack

Συγγενικά

[επεξεργασία]