distract
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | distract |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | distracts |
| αόριστος | distracted |
| παθητική μετοχή | distracted |
| ενεργητική μετοχή | distracting |
Ρήμα
[επεξεργασία]distract (en)
- αποσπώ, περισπώ την προσοχή, αφαιρούμαι
They are trying to divert people's attention to secondary problems and distract them from the burning issues.
- Προσπαθούν να στρέψουν την προσοχή του κόσμου σε δευτερεύοντα προβλήματα και να την αποσπάσουν από τα φλέγοντα ζητήματα.
There is an effort to reduce accidents resulting from distracted driving.
- Υπάρχει προσπάθεια μείωσης των ατυχημάτων που προκύπτουν από αποσπασμένη οδήγηση.
Very loud music distracts me when I’m trying to concentrate.
- Η πολύ δυνατή μουσική μου αποσπά την προσοχή όταν προσπαθώ να συγκεντρωθώ.
He is easily distracted.
- Περισπάται εύκολα η προσοχή του.
I was distracted and didn’t hear what you told me.
- Αφαιρέθηκα και δεν άκουσα τι μου είπες.
I got distracted during class and didn't pay attention to the solution to the exercise.
- Αφαιρέθηκα την ώρα του μαθήματος και δεν πρόσεξα τη λύση της άσκησης.
I was completely distracted by the solution and didn’t realize the bell rang for break.
- Αφαιρέθηκα τελείως με τη λύση της άσκησης και δεν κατάλαβα ότι χτύπησε το κουδούνι για διάλειμμα.
The distracted driver ran a red (light).
- Ο αφηρημένος οδηγός πέρασε με κόκκινο.
- ≈ συνώνυμα: divert και sidetrack