divert

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

divert (en)

  1. εκτρέπω, στρέφω σε άλλη κατεύθυνση
  2. αποσπώ την προσοχή
  3. διασκεδάζω κάποιον (του αποσπώ του την προσοχή από τις στενοχώριες του)