dodge

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

dodge (en)

  • αποφεύγω κάτι κινούμενος κατάλληλα, παραμερίζοντας, κλπ