Μετάβαση στο περιεχόμενο

dodgy

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

dodgy < dodge + -y

Επίθετο

[επεξεργασία]

dodgy (en)

  1. ανέντιμος
  2. δυνητικά επικίνδυνος
  3. αναξιόπιστος