Μετάβαση στο περιεχόμενο

dogma

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Dogma, dogmă

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
dogma dogmas / dogmata

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dogma (en)



Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dogma (es)



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
dogma dogmi

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dogma (it)



Κροατικά (hr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dogma (hr)



Ολλανδικά (nl)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dogma (nl)



Ουγγρικά (hu)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dogma (hu)



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dogma (pt)



Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dogma (sk) θηλυκό

  • dogma - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025



Σλοβενικά (sl)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dogma (sl)



Τσεχικά (cs)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dogma (cs)