dome
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| dome | domes |
dome (en)
- (αρχιτεκτονική) ο θόλος, ο τρούλος
We entered the museum rotunda and looked at the dome.
- Μπήκαμε στη ροτόντα του μουσείου και κοιτάξαμε τον θόλο.