dritte

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Αριθμητικό

[επεξεργασία]

dritte (de)

  • τρίτος
  • (στις ημερομηνίες) τρεις
    am 3. Januar: am dritten Januar – στις 3 Ιανουαρίου: στις τρεις Ιανουαρίου