τρεις
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τρεις < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική τρεῖς.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈtɾis/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : τρεις
- ομόηχο: τρις
Επίθετο
[επεξεργασία]τρεις αρσενικό ή θηλυκό, γενική: τριών (χωρίς παραθετικά)
- το αρσενικό και θηλυκό γένος του αριθμητικού επιθέτου τρία
Τρεις φίλοι και οι τρεις γυναίκες τους ξεκίνησαν για ταξίδι.
Είναι τριών χρόνων.
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- στις τρεις, στις τρεις η ώρα: όταν το ρολόι δείχνει την τρίτη (ή την δέκατη πέμπτη) ώρα της ημέρας
- τρεις κι εξήντα
- τρεις κι ο κούκος
- τρεις το λάδι τρεις το ξίδι, έξι το λαδόξιδο
- Mια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και την κακή του μέρα
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- τρεις - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- τρεις - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)