τριπλάσιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τριπλάσιος < τρι (<τρία) + -πλάσιος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

τριπλάσιος -ια -ιο

  1. που είναι τρεις φορές μεγαλύτερος ή περισσότερος από κάποιον άλλον

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]