druidique
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| druidique | druidiques |
Επίθετο
[επεξεργασία]druidique (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- σχετικός με τον δρυΐδη
| ενικός | πληθυντικός |
| druidique | druidiques |
druidique (fr) αρσενικό ή θηλυκό