dumbfounded

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

dumbfounded < dumbfound

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

dumbfounded (en)

  1. άναυδος, αποσβολωμένος
    I'm dumbfounded - μένω άναυδος
  2. αποστομωμένος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]