Μετάβαση στο περιεχόμενο

durcissement

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
durcissement durcissements

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

durcissement (fr) αρσενικό