Μετάβαση στο περιεχόμενο

dvere

Από Βικιλεξικό

Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
dvere < (κληρονομημένο) πρωτοσλαβική *dvьrь < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰwer- (θύρα). Συγγενή: θύρα, φόρουμ.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dvere (sk) θηλυκό, μόνο στον πληθυντικό

  • dvere - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025