dynamic

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

dynamic (en)

a dynamic person - δυναμικός άνθρωπος
dynamic equilibrium - δυναμική ισορροπία

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • dynamic στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια Wikipedia-logo-v2.svg