Μετάβαση στο περιεχόμενο

dynamique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
dynamique dynamiques

Επίθετο

[επεξεργασία]

dynamique (fr) αρσενικό ή θηλυκό