edo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βασκικά (eu) [επεξεργασία]

Σύνδεσμος[επεξεργασία]

edo (eu)



Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

edo (la) (ēdo, ēdī, ēsum, ēdere ή ēsse)