Μετάβαση στο περιεχόμενο

effortlessly

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός effortlessly
συγκριτικός more effortlessly
υπερθετικός most effortlessly

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
effortlessly < effortless + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

effortlessly (en)

  • άκοπα, αβίαστα, φυσικά, χωρίς προσπάθεια, με τρόπο που χρειάζεται λίγη ή καθόλου προσπάθεια, και αυτό φαίνεται εύκολο
    παράδειγμα  The athlete completed the race effortlessly, winning first place.
    Ο αθλητής ολοκλήρωσε τον αγώνα άκοπα, κερδίζοντας την πρώτη θέση.
    παράδειγμα  He walks effortlessly, as if he had no problem.
    Περπατάει αβίαστα, σαν να μην είχε κανένα πρόβλημα.
    παράδειγμα  The music flows effortlessly from his fingers.
    Η μουσική ρέει φυσικά από τα δάχτυλά του.
    παράδειγμα  He lifts weights effortlessly.
    Σηκώνει βάρη χωρίς καμιά προσπάθεια.
     συνώνυμα: naturally