αβίαστα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβίαστα < επίθετο αβίαστος

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

αβίαστα

  1. χωρίς πίεση, καταναγκασμό ή βιασύνη, ελεύθερα, ήρεμα
    Ο χρόνος κύλησε αβίαστα.
  2. αυθόρμητα, φυσικά, εύκολα
    Η αντίδρασή του ήρθε αβίαστα.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]