Μετάβαση στο περιεχόμενο

einmal

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈaɪ̯nmaːl/
ⓘ 
τυπογραφικός συλλαβισμός : ein‐mal

Επίρρημα

[επεξεργασία]

einmal (de)

  1. μια φορά
    παράδειγμα Gerda hatte in ihrem Leben nur genau einmal eine rote Rose geschenkt bekommen.
         Η Γκέρντα είχε λάβει ως δώρο ένα κόκκινο τριαντάφυλλο μόνο μία φορά στη ζωή της.
    παράδειγμα Das zeigt einmal mehr, dass du für die Aufgabe nicht geeignet bist.
         Αυτό αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι δεν είσαι κατάλληλος για αυτή την εργασία.
    παράδειγμα Für mich bitte einmal das Menü 2.
         Για μένα, παρακαλώ, (μία φορά) το μενού 2.
  2. πρώτα
    παράδειγμα Zuerst einmal müssen wir den Ablauf der der Sitzung klären.
         Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να διευκρινίσουμε τη ροή της συνεδρίασης.
  3. κάποτε
    παράδειγμα Es war einmal an einem kalten Januar-Vormittag.
         Ήταν κάποτε, ένα κρύο πρωινό του Ιανουαρίου.
  4. ξανά
    παράδειγμα Du wirst schon noch einmal Bürgermeister werden.
         Θα γίνεις ξανά δήμαρχος.
  5. ξαφνικά
    παράδειγμα Auf einmal fuhr ein Auto an ihm vorbei.
         Ξαφνικά, ένα αυτοκίνητο πέρασε δίπλα του.
  6. ταυτόχρονα
    παράδειγμα Dann passierte alles auf einmal: Das Licht ging aus, das Regal fiel um und es klingelte an der Türe.
         Και τότε όλα συνέβησαν ταυτόχρονα: το φως έσβησε, το ράφι έπεσε και χτύπησε το κουδούνι της πόρτας.
  7. ως γέμισμα
    παράδειγμα Es ist aber nun einmal so, dass ich der Vater bin und du der Sohn.
         Όμως, η αλήθεια είναι ότι εγώ είμαι ο πατέρας και εσύ ο γιος.
    παράδειγμα Davon wage ich noch nicht einmal zu träumen.
         Δεν τολμώ καν να το ονειρευτώ.