Μετάβαση στο περιεχόμενο

ekrigardi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ekrigardi < ek- + rigardi
ρήμα ekrigardi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας ekrigardas ekrigardanta ekrigardata
αόριστος ekrigardis ekrigardinta ekrigardita
μέλλοντας ekrigardos ekrigardonta ekrigardota
υποθετική ekrigardus - -
προστακτική ekrigardu - -

ekrigardi (eo)