Μετάβαση στο περιεχόμενο

elektron

Από Βικιλεξικό

Αφρικάανς (af)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

elektron (af)

  1. το ηλεκτρόνιο



Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

elektron (eo)



Ολλανδικά (nl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

elektron (nl)

  1. το ηλεκτρόνιο



Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

elektron (pl) αρσενικό

  1. ηλεκτρόνιο

Συγγενικά

[επεξεργασία]