Μετάβαση στο περιεχόμενο

elelekti

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
elelekti < λείπει η ετυμολογία
ρήμα elelekti
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας elelektas elelektanta elelektata
αόριστος elelektis elelektinta elelektita
μέλλοντας elelektos elelektonta elelektota
υποθετική elelektus - -
προστακτική elelektu - -

elelekti (eo)