elsewhere

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

elsewhere (en)

  • αλλού (σε κάποιον άλλον τόπο, προς κάποιον άλλον τόπο)