embêtement

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

embêtement (fr)

J'ai eu un embêtement soudain. : είχα μια ξαφνική στενοχώρια.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

embêter