Μετάβαση στο περιεχόμενο

enfouissement

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
enfouissement enfouissements

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

enfouissement (fr) αρσενικό