enfouissement
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| enfouissement | enfouissements |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]enfouissement (fr) αρσενικό
- η υπογειοποίηση, η ταφή
| ενικός | πληθυντικός |
| enfouissement | enfouissements |
enfouissement (fr) αρσενικό