engourdissement

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
engourdissement engourdissements

engourdissement (fr) αρσενικό

  1. το μούδιασμα, η νάρκωση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]