eta

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

eta (en)

  • το ελληνικό γράμμα ήτα

Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

eta (en)

  • κοινωνικά περιθωριοποιημένο άτομο στην Ιαπωνία



Βασκικά (eu) [επεξεργασία]

Σύνδεσμος[επεξεργασία]

eta (eu)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

eta (pl) θηλυκό

  • το γράμμα του ελληνικού αλφάβητου: ήτα