eten

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

eten 

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

eten (nl) (αόρ. : at (πλ: aten), παθ. μτχ. : gegeten)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

eten 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

eten (pl) αρσενικό

  1. (χημεία) το αιθένιο

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[επεξεργασία]