eten

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

eten 

Ρήμα[επεξεργασία]

eten (nl) (αόρ. : at (πλ: aten), παθ. μτχ. : gegeten)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

eten 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

eten (pl) αρσενικό

  1. (χημεία) το αιθένιο

Ταυτόσημο[επεξεργασία]