evacuate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

evacuate (en)

  • εκκενώνω ένα χώρο, απομακρύνω τους ανθρώπους από επικίνδυνο σημείο
  • απομακρύνομαι από ένα χώρο λόγω επικείμενου κινδύνου