fad

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

  1. πρόσκαιρη μόδα, χαζομόδα
  2. η "λόξα" κάποιου
  3. το καπρίτσιο